Το φαινόμενο του αθεϊσμού κατά την αρχαιότητα

old-atheistΤου Φίλιππου Σάννου

Ο αθεϊσμός ως κοινωνικό φαινόμενο είναι άγνωστος στον παραδοσιακό πολιτισμό από την Αρχαιότητα μέχρι και το Μεσαίωνα. Η αστικοποίηση της δυτικοευρωπαϊκής κοινωνίας που λαμβάνει χώρα τον 11ο αι. και ολοκληρώνεται σταδιακά τον 14ο αι. είναι αυτή που επωάζει και τελικά γεννά την θρησκευτική αδιαφορία, που αυτή η τελευταία με την σειρά της, αθέμιτα γίνετε προοδοποιός για την ανάδυση της αθεΐας. Η θρησκεία ως οντότητα υπερατομική, διαπροσωπική, κοινοτική, συλλογική και εν τέλει κοινωνική, δεν νοείτε σε καμία περίπτωση ως ιδιωτική υπόθεση. Επειδή λοιπόν κάθε παραδοσιακή κοινωνία αναγνωρίζει την προτεραιότητα του κοινωνικού στοιχείου απέναντι στο ατομικό, γι’ αυτό κάθε παραδοσιακή κοινωνία είναι αυτόχρημα και θρησκευτική.[1]

Η κύρια αιτία του αποκλεισμού της αθεΐας από το πλαίσιο του παραδοσιακού πολιτισμού ήταν η προτεραιότητα που έδινε στην έννοια της κοινωνίας, έναντι αυτής του ατόμου που ήταν υποδεέστερη. Στον παραδοσιακό πολιτισμό ο άνθρωπος ήταν πάντοτε μέρος ενός συνόλου. Αποτελούσε μέλος μιας κοινωνίας και οπωσδήποτε ανήκε σε μια κοινότητα (φυλετική, γλωσσική, θρησκευτική, πολιτιστική κ.λπ.).[2]

Τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν αβίαστα και από την εξέταση της αρχαιοελληνικής οπτικής του βίου. Στο ερώτημα: Κοινωνία προσώπων ή Ιδιωτεία ατόμων; Η αρχαιοελληνική σκέψη είναι απόλυτη, διότι κατά τον Ηράκλειτο μόνο όταν κοινωνούμε αληθεύουμε: «Καθ᾽ ὅτι ἂν κοινωνήσωμεν, ἀληθεύομεν, ἃ δὲ ἂν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα».[3] Στο «ιδεολογικό μανιφέστο» της αθηναίων πολιτείας, δηλαδή στον Επιτάφιο του Περικλή, ο Θουκυδίδης είναι εξίσου αφοπλιστικός: όποιος δεν ασχολείται με τα «πολιτικά πράγματα» είναι αχρείος: «τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν»[4] Στον Αριστοτέλη μαρτυρείται με σαφήνεια ότι ο άνθρωπος «φύσει μέν ἐστιν ζῷον πολιτικόν»[5] καθώς και ότι : «ἅμα δὲ οὐδὲ χρὴ νομίζειν αὐτὸν αὑτοῦ τινα εἶναι τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ πάντας τῆς πόλεως, μόριον γὰρ ἕκαστος τῆς πόλεως»[6] υπογραμμίζοντας την κοινωνική αυθυπέρβαση του ατόμου.

Για την αρχαιοελληνική σκέψη το υπάρχω σημαίνει μετέχω, είμαι θα πει κοινωνώ, η έννοια της σχέσης έχει θεια προέλευση, είναι ο θεός Έρως που προϋπάρχει όλων των άλλων θεών στην Ησιόδεια θεογονία, είναι η δυνατότητα της ένωσης που από αυτήν φανερώνονται οι θεοί και ο κόσμος. Ο πολίτης είναι το άτομο σε σχέση με κάτι άλλο, με το θείο, με τον συνάνθρωπο, με τους νόμους. Ο πολίτης δεν ολοκληρώνεται διαμέσου της ιδιωτείας αλλά μετέχει στο διαρκές γίγνεσθαι της κοινωνίας. Αυτή η οπτική του ζην, που ξεκίνησε και αποκρυσταλλώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αρχαία Ελλάδα, κατόπιν μεταλαμπαδέυτηκε τόσο στην Χριστιανική Θρησκεία όσο και στην πολιτισμική παράδοση της Δύσης, έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε ότι: Ο αρχαίος Έλληνας και, εν συνεχεία ύστερα από αυτόν, η μεγάλη πνευματική παράδοση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, παραδέχονται, υπό διάφορες μορφές, την ύπαρξη του απολύτου, που είναι άλλωστε αχώριστη και από τη χριστιανική πίστη.[7]

Αυτό που συναντούμε συχνότερα στην κλασική αρχαιότητα σχετικά με το φαινόμενο του αθεϊσμού είναι η παρουσία του άθεου σε μια κοινωνία, ο οποίος όμως δεν παρουσιάζετε αυτοπροσώπως στην ιστορική καταγραφή αλλά μας γίνεται γνωστός από τρίτους οι οποίοι τον κατηγορούν λόγω της ασέβειας του. Άλλες σπανιότερες περιπτώσεις είναι κάποιες εξέχουσες προσωπικότητες που τολμούν να κάνουν γνωστή την απιστία τους στους θεούς ή κάποιοι τολμηροί φιλόσοφοι οι οποίοι είτε παρουσιάζουν θεωρίες οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς την ανάμιξη των θεών είτε παρουσιάζουν θέσεις που δηλώνουν έναν πρώιμο αγνωστικισμό σχετικά με την γνώση και ύπαρξη των θεών.[8]

Σε αυτό πλαίσιο στην ανατολή τα πρώτα ίχνη αγνωστικισμού εντοπίζονται τον 6ο αι. π.Χ. με τον Kapila ο οποίος θεωρείται ο ιδρυτής του ινδικού φιλοσοφικού συστήματος της Sāṃkhya, ή Sāṅkhya, το οποίο ναι μεν αρνιόταν την ύπαρξη του θεού και δεν αναγνώριζε το κύρος των Βεδών, αλλά όμως κρατούσε μια μεταφυσική και οντολογική στάση διότι δίδασκε την αθανασία της ψυχής, την αιωνιότητα και την πίστη σε μια παντοδύναμη αμετάβλητη αόρατη πρώτη αιτία – αρχή που την ονόμαζε Prakriti. Μια πιο σκληρή υλιστική και φυσιοκρατική οπτική μας εκθέτει στην συνέχεια η μη ορθόδοξη[9] ινδουιστική φιλοσοφική σχολή Cārvāka, γνωστή και ως Lokāyata (6ος αι.) όπου απορρίπτει την πίστη της μετά θάνατον ζωής (άρα αρνιείται την αθανασία της ψυχής), αρνιείται την πίστη σε κάθε είδους δημιουργό θεό (η δημιουργία του κόσμου είναι έργο της φύσης), δεν θεώρει της σωματικές ηδονές ως κάτι κακό αλλά αντιθέτως ως κάτι το καλό και τέλος θεωρεί την θρησκεία ως ένα δημιούργημα του ανθρώπου και όχι ως κάτι που έχει θεια προέλευση. [10] Μια σύνοψη της διδασκαλίας της Cārvāka βρίσκουμε στην παράθεση που κάνει ο ινδός βεδαντιστής φιλόσοφος Madhavacharya, (13ος – 14ος αι.) στην αρχή του διασήμου έργου του «Sarvadarsanasangraha» :

Εφόσον η ζωή σας ανήκει, ζήστε την απολαυστικά

Κανείς δεν μπορεί να ξεφεύγει από το άγρυπνο μάτι του Θανάτου:      

Όταν αυτά τα σώματα σας καούν,

Πως είναι δυνατόν να επιστρέψουν κάποτε ξανά;

Παρόλο που στην πραγματικότητα της αρχαίας Ελλάδος, με την θεσμοθετημένη θρησκεία και την δεδομένη θεοσέβεια (η οποία πολλές φορές άγγιζε ακόμα και τα όρια της θρησκοληψίας), δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αθεΐα, έτσι όπως έχουμε συνηθίσει να εννοούμε τον όρο, εν τούτοις η ελευθερία της φιλοσοφικής σκέψης ευνόησε την εμφάνιση κάποιων αντιθρησκευτικών φαινόμενων, τα όποια όμως σε κάθε περίπτωση περιορίσθηκαν στα στενά πλαίσια μιας εξέχουσας προσωπικότητας και στον περιορισμένο κύκλο των ομοϊδεατών της.

Μπορούμε να πούμε ότι αυτό που πράγματι υπήρξε στην αρχαία Ελλάδα ήταν περισσότερο ένας αγνωστικισμός και ένας υλισμός, που εκφράσθηκαν κυρίως στο πλαίσιο της φιλοσοφίας, παρά μια ξεκάθαρη μορφή αθεΐας, για αυτόν ακριβώς τον λόγο ο σύγχρονος αθεϊστής φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ τονίζει, με κάποια δόση υπερβολής ίσως ,ότι : Η αθεΐα δεν αρχίζει με εκείνους που η επίσημη ιστοριογραφία καταδικάζει και ταυτίζει με αυτήν. Το όνομα του Σωκράτη δεν μπορεί λογικά να εμφανίζεται σε μια ιστορία της αθεΐας. Ούτε το όνομα του Επίκουρου και των δικών του. Όπως ούτε και του Πρωταγόρα, ο οποίος αρκείται να δηλώσει, στο περί θεών, ότι σε σχέση με αυτούς δεν μπορεί να συμπεράνει τίποτα…Κάτι που ορίζει τουλάχιστον έναν αγνωστικισμό, μια αναποφασιστικότητα, ένα σκεπτικισμό μάλιστα αν θέλουμε, αλλά σίγουρα όχι την αθεΐα.[11]

Άσχετα με την γνώμη του Ονφρέ πάντως η πραγματικότητα είναι ότι υπήρχε ασφαλώς αθεΐα στην διανόηση της αρχαίας Ελλάδος, αλλά σίγουρα εμφανίστηκε με διάφορες όψεις και διαφόρους βαθμούς, ο πρώτος που κατηγοριοποίησε τους διάφορους τύπους άθεων της αρχαίας Ελλάδος ήταν ο επικούρειος φιλόσοφος Φιλόδημος (110 π.Χ.-35 π.Χ.) και η κατηγοριοποίηση του ήταν η εξής:

  1. Αυτοί που λένε ότι είναι εντελώς άγνωστο οτιδήποτε σχετικά με την ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά των θεών.
  2. Αυτοί που λένε ευθέως ότι οι θεοί δεν υπάρχουν.
  3. Αυτοί που υπαινίσσονται ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχουν.[12]

Τα πρώτα ίχνη αμφισβήτησης της υπάρξεως των θεών στην ελληνική διανόηση, μπορούν να ανιχνευθούν στις διδασκαλίες μερικών σοφιστών και φιλόσοφων, ξεκινώντας με τον διασημότερο εξ όλων των σοφιστών[13] τον Πρωταγόρα τον Αβδηρίτη (480–411 π.Χ.) ο οποίος πρώτος διετύπωσε την άποψη ότι η αλήθεια συνδέετε στενά με τις αισθήσεις (Πλάτ. Θεαίτ. 167 BC) καθώς και ότι «Πραγματική υπόσταση έχουν όσα βλέπει και όσα πιάνει (ο άνθρωπος). Για τον Πρωταγόρα τα λεγόμενα αόρατα, υπερφυσικά κι απρόσιτα δεν υπάρχουν.»[14] Το περίφημο έργο του «Περί θεών», το οποίο άρχιζε ως εξής : «Περί των θεών δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε πως είναι (ποια μορφή έχουν), γιατί πολλά είναι αυτά, που εμποδίζουν τη γνώση (τους), όπως η αδηλότητα (του πράγματος) και η σύντομη διάρκεια του ανθρώπινου βίου»,[15] εξόργισε τόσο τους αθηναίους ώστε τὰ βιβλία αὐτοῦ κατέκαυσαν ἐν τῆι ἀγορᾶι[16] και ο Πυθόδωρος τον κατηγόρησε για αθεΐα, για την οποία μάλιστα και καταδικάστηκε.[17]

Μελετητής της φιλοσοφίας του Πρωταγόρα καθώς και μαθητής του Σωκράτη υπήρξε ο ιδρυτής της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής σχόλης και εισηγητής της ηδονιστικής φιλοσοφίας, ο Κυρηναίος Αρίστιππος ο πρεσβύτερος (435-356 π.Χ.). Ο Αρίστιππος αδιαμφισβήτητα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της εποχής του, ευφυής και ευπροσάρμοστος, πάντα ετοιμόλογος και μέγας αμφισβητίας κάθε κοινωνικής σύμβασης (νόμοι, ήθη, έθιμα, θεσμοί κλπ) η οποία περιόριζε το φυσικό του δικαίωμα στην απόλαυση της ηδονής. Ο Διογένης Λαέρτιος στην συγγραφή του για τους Βίους των Φιλόσοφων, αφιερώνει ένα αρκετά μεγάλο κεφάλαιο[18] στην εξιστόρηση των διαφόρων, ανεκδοτολογικού χαραχτήρα πολλές φορές, επεισοδίων του βίου του. Στην φιλοσοφική διδασκαλία του Αρίστιππου η έννοια του αγαθού έχει ένα απλό και συγκεκριμένο περιεχόμενο: την ηδονή, δηλαδή την ικανοποίηση που γεννιέται από την εκπλήρωση οποιασδήποτε επιδίωξης και επιθυμίας. Τα κριτήρια επιλογής των ηδονών, κατά τον Αρίστιππο, είναι η ένταση τους και η χρονική εγγύτητα τους, δηλαδή μεταξύ των ηδονών θα πρέπει να προτιμούνται εκείνες που υπερέχουν σε ποσότητα και που υπολογίζουμε ότι θα μας ικανοποιήσουν για περισσότερο χρονικό διάστημα. Επειδή δε οι σαρκικές ηδονές είναι ποιο έντονες και οι χρονικά ποιο επείγουσες θα πρέπει να προτιμούνται έναντι των ψυχικών.[19] Από την Κυρηναϊκή φιλοσοφική σχολή προέκυψαν δυο ακόμη σημαντικοί αμφισβητίες των θεών: ο Θεόδωρος ο άθεος (340-250 π.Χ.), ο οποίος όπως μαρτυρά και το προσωνύμιο του απέρριπτε εξ ολοκλήρου τις περί θεών δοξασίες,[20] και ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (311-298 π.Χ.) ο εισηγητής της θεωρίας του ευημερισμού με την οποία επιχείρησε να εξηγήσει την πίστη στους θεούς ως μια απόρροια της λατρείας των προγόνων και των ηρώων.[21]

 

Ο Επίκουρος (341 π.Χ. – 270 π.Χ.)

Όλες οι παραπάνω απόψεις μαζί με την ατομική θεωρία του Λεύκιππου και του Δημόκριτου αποτέλεσαν την μαγιά για τον σχηματισμό του συστηματικότερου υλισμού που γνώρισε η Αρχαιότητα[22] δηλαδή το φιλοσοφικό σύστημα του Επίκουρου. Η φιλοσοφία του Επίκουρου αποτελεί ένα περίεργο κράμα άτεγκτου εμπειρισμού, θεωρητικής μεταφυσικής σκέψης και κανόνων για την κατάκτηση μιας ήρεμης ζωής.[23] Κατά τον Επίκουρο «τὸ πᾶν ἐστι σώματα καὶ κενόν»,[24] τα σώματα είναι είτε σύνθετα («συγκρίσεις»), είτε απλά σώματα. Τα απλά σώματα είναι άτομα αμετάβλητα (Διογ. Λαέρτ. Χ 38-41) Ο πυρήνας της διδασκαλίας του Επίκουρου μπορεί να συμπτυχθεί στην ακόλουθη φράση: ο άνθρωπος είναι αρκετός να φτιάξει την ευτυχία του, φτάνει να λείψουν οι ενοχλήσεις[25] η δε τοποθέτηση του Επίκουρου σχετικά με την πίστη στο θείο είναι πρακτικά ανύπαρκτη και εκ διαμέτρου αντίθετη με τον Πλατωνικό ιδεαλισμό : «Η αγάπη της δικαιοσύνης, το όσιο και ιερό, είναι συγκινήσεις του ανθρώπου ανεξάρτητες από πίστη σε θεό. Οι θεοί κατάντησαν (στην φιλοσοφία του Επίκουρου) το πολύ διακοσμητικοί».[26] Αυτό που διαχωρίζει υλισμό των επικούρειων από την σύγχρονη αθεΐα είναι η στάση απέναντι στην θρησκεία και στο θειο, ο Επίκουρος δεν επιτέθηκε κατά της καθιερωμένης θρησκείας πωλώ δε μάλλον δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη των θεών[27] (που μάλιστα τους θεωρούσε πρότυπα μακαριότητας και αταραξίας).

 


 

[1] Μ. Μπέγζος, Νεοελληνική Φιλοσοφία της Θρησκείας, οπ.π., σελ. 299.

[2] Βλ. Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Νεοελληνική Φιλοσοφία της Θρησκείας, Αθήνα 19982, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 297.

[3] H. DIELS-W. KRANZ, Die Fragmente der Vorsokratier, Zurich 196914, I, 29-30.

[4] ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, Ιστορίαι, 2.40.2.1 – 2.40.2.5

[5] ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Γ, 1278b

[6] ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Θ, 1337a.27

[7] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Έθνος και Κομμουνισμός, Αθήνα 1952, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 43.

[8] Βλ. Jan N. Bremmer, Atheism in Antiquity, The Cambridge Companion to ATHEISM, New York 2007, εκδ. Cambridge University Prees, σελ. 11.

[9] Μη ορθόδοξη διότι δεν συγκαταλέγετε ανάμεσα στις έξι ορθόδοξες σχολές της Ινδικής φιλοσοφίας.

[10]Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση της Cārvāka βλ. το Sarva-Darsana-Samgraha by Madhava Acharya, μεταφ. E. B. Cowell και A. E. Gough. Kegan Paul, Trench, και Trubner, London, 1914.

[11] Μισέλ Ονφρέ, Πραγματεία περί αθεολογίας : Φυσική της μεταφυσικής, Αθήνα 2006, μεταφ. Σαπφώ Διαμαντή, εκδ. Εξάντας, σελ. 48.

[12] Φιλόδημος, Περί ευσεβείας, Philodemus On piety, part 1: critical text with commentary, Oxford 1996.

[13] Κ.Δ. Γεωργούλης, «Σοφισταί: Πρωταγόρας», Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου, τόμος «Το Αρχαίον Ελληνικόν Πνεύμα» (1977), σελ. 249.

[14] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος: η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, εκδ. Βιβλιοπωλειον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλαρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 1954, σελ. 59.

[15] Περὶ μὲν θεῶν οὐκ ἔχω εἰδέναι, οὔθ᾽ ὡς εἰσὶν οὔθ᾽ ὡς οὐκ εἰσὶν οὔθ᾽ ὁποῖοί τινες ἰδέαν· πολλὰ γὰρ τὰ κωλύοντα εἰδέναι ἥ τ᾽ ἀδηλότης καὶ βραχὺς ὢν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου

[16]Πρωταγόρας : Testimonia 1.16, Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, Weidmann DublinƒZurich ,19666.

[17] Για να αποφύγει τα χειρότερα ο Πρωταγόρας διέφυγε προς τη Σικελία. Όμως, το πλοίο που τον μετέφερε ναυάγησε και ο ίδιος πνίγηκε.

[18] Βιβλιο Β’ 65-104

[19] Λεξικό της Φιλοσοφίας Θ. Πελεγρίνης σελ. 694

[20] Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλόσοφων Βιβλίο Β΄ 97

[21] Βλ W. Windelband – H. Heimsoeth Εγχειρίδιο ιστορίας της Φιλοσοφίας τόμος Α. σελ. 101

[22] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος: η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, ο.π, σελ. 5.

[23] A.A. Long, Η Ελληνιστική Φιλοσοφία: Στωικοί, Επικούρειοι, Σκεπτικοί, Αθήνα 19973, μεταφ. Στυλιανός Δημόπουλος, Μυρτώ Δραγώνα-Μοναχού, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ. 45.

[24] Epistula ad Herodotum 39.8

[25] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος: η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, ο.π., σελ. 219.

[26] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος: η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, ο.π., σελ. 60.

[27] Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι εκ των πραγμάτων στην αρχαία Ελλάδα δεν θα μπορούσε κάποιος να δηλώνει ή να διακηρύσσει ότι είναι άθεος διότι τιμωρούταν με την ποινή του θανάτου : «τεθνάναι δίκαιος ὢν φανεῖται· καὶ γὰρ ἱεροσυλίᾳ καὶ ἀσεβείᾳ καὶ κλοπῇ καὶ πᾶσι τοῖς δεινοτάτοις ἔστ᾽ ἔνοχος.» Δημ. Κ. Ανδροτ. 69.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s