Το μυστήριο της κύκνειας χρησμοδότησης του Μαντείου των Δελφών

ΙουλιανόςΑπέσβετο το λάλον ὕδωρ;

εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά.

οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην,

οὐ παγὰν λαλέουσαν. ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.

Μετάφραση:

Πέστε στον βασιλιά: Χάμω κείτεται ο περίτεχνος αυλός,

ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία, ούτε δάφνη μαντική,

ούτε πηγή ομιλούσα. Στέρεψε και το νερό που μιλούσε.

του Φίλιππου Σάννου

Το παρελθόν διέπει ως ιστορία το παρόν και είναι άρρηκτα δεμένο με το ανθρώπινο γίγνεσθαι. Κατά την ιστορική επιστήμη η έλλογος σχέση προς το παρελθόν αποτελεί και την ερμηνεία αυτού. Η ιστορική αναδίφηση στην περίοδο των πρωτοχριστιανικών έως και των πρωτοβυζαντινών χρόνων, δηλαδή την περίοδο της εξάπλωσης και επικράτησης της χριστιανικής θρησκείας, αποτελεί εργασία κοπιώδη και επίπονη. Η δυσκολία νηφάλιας «ιστορικής κατανόησης» σε μεγάλο βαθμό οφείλετε στις ιδεολογικές αγκυλώσεις που αναδύονται συχνά στον ιστορικό ερευνητή, καθώς και στην δυσκολία αξιολόγησης των πηγών, οι οποίες συχνά είναι μεροληπτικές και στην πλειονότητα τους χριστιανικής προελεύσεως.

Η πολυσυζητημένη κύκνεια χρησμοδότηση του Μαντείου των Δελφών προς τον βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουλιανό, τον επονομαζόμενο και παραβάτη ή αποστάτη, έχει θεωρηθεί από πολλούς ερευνητές ως ένα μεταγενέστερο κατασκεύασμα.[1] Τα βασικά επιχειρήματα κατά της ύπαρξης του χρησμού εστιάζονται στην έλλειψη τεκμηριωμένων ιστορικών πηγών, καθώς κατά τους υποστηρίζοντες αυτήν την άποψη ο χρησμός εμφανίζεται για πρώτη φορά 700 χρόνια αργότερα στην Σύνοψη Ιστοριών[2] του βυζαντινού χρονικογράφου Γεώργιου Κεδρηνού (11ος – 12ος αι.). Είναι όμως η πρωταρχική πηγή ο Κεδρηνός; Ή υπάρχει και προγενέστερη; Ας δούμε τι μας λέει για τις πηγές του ο ίδιος ο Κεδρηνός :

ΣΥΝΟΨΙΣ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΑΡΧΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΚΤΙΣΕΩΣ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΣΑΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ, ΣΥΛΛΕΓΕΙΣΑ ΠΑΡΑ ΚΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΚΕΔΡΗΝΟΥ ΕΚ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ.

Πολλοὶ τῶν πρὸ ἡμῶν φιλοθέων ἀνδρῶν καὶ φιλιστόρων τὴν ἐπιτομὴν τῆς ἱστορίας ἐπραγματεύσαντο· ὅ τε γὰρ μοναχὸς Γεώργιος καὶ σύγκελλος ἀπὸ καταβολῆς ἀρξάμενος κόσμου εἰς Μαξιμιανὸν καὶ Μαξιμῖνον τοὺς τυράννους κατέληξε, καὶ ὁ ὁμολογητὴς Θεοφάνης τὸ ἐκείνου τέλος ἀρχὴν ποιησάμενος οἰκείαν ἄχρι τοῦ τέλους Νικηφόρου τοῦ ἀπὸ γενικοῦ κατήντησε. μετὰ δὲ τοῦ τον καὶ ἄλλοι ἐπεχείρησαν, οἷον ὁ Σικελιώτης καὶ ὁ ὑπέρτιμος Ψελλὸς καὶ ἕτεροι σὺν τούτοις. ἀλλὰ τῆς ἀκριβείας ἀποπεπτώ κασιν, ἀπαρίθμησιν μόνην ποιησάμενοι τῶν βασιλέων καὶ διδάξαντες τίς μετὰ τίνα γέγονεν ἐγκρατής, καὶ πλέον οὐδέν. ὁ γὰρ Δαφνοπάτης Θεόδωρος, Νικήτας ὁ Παφλαγών, καὶ οἱ λοιποὶ Βυζάντιοι, Νικηφόρος τε διάκονος ὁ Φρύξ, Λέων ὁ Καρίας, Θεόδωρος ὁ Σίδης, καὶ ὁ τούτου ὁμώνυμος Σεβαστείας, καὶ ὁ Κυζίκου Δημήτριος, καὶ ὁ μοναχὸς Ἰωάννης, οἰκείαν ἕκαστος ὑπόθεσιν προστησάμενοι…

Παρατηρώντας τους συγγραφείς που αναφέρει ως πηγές ο Κεδρηνός, βλέπουμε στο τέλος να αναφέρετε και κάποιος «μοναχὸς Ἰωάννης», ποιος είναι όμως ο μονάχος Ιωάννης; Πρόκειται για τον γνωστό εκκλησιαστικό συγγραφέα Αγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό (676 – 749 μ.Χ.) όπου στο αγιολογικό έργο του «Υπόμνημα… τού πάθους τού αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος και θαυματουργού Αρτεμίου» εξιστορεί τον βίο και το μαρτύριο του Αγ. Αρτεμίου. Ο Αγ. Αρτέμιος ήταν μια εξέχουσα πολιτικοστρατιωτική προσωπικότητα της εποχής του, ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τα πολιτικά του χαρίσματα, του έδωσε το αξίωμα του πατρικίου και τον διόρισε «δοὺξ καὶ Αὐγουστάλιο»[3] της Αλεξανδρείας. Ο Αγ. Αρτέμιος αποκεφαλίσθηκε στην Αντιόχεια κατόπιν διαταγής του Αυτοκράτορα Ιουλιανού επειδή δημόσια τον κατέκρινε για την θεωρούμενη «αποστασία» του, από τον χριστιανισμό. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Ιωάννης ο. Δαμασκηνός, στο προαναφερθέν έργο του, διασώζει ολόκληρο τον λόγο του Αγ. Αρτεμίου κατά του Ιουλιανού, στον οποίο και  αναφέρετε ως κατακλείδα ο επίμαχος χρησμός:

Ὦ βασιλεῦ, διὰ τί οὕτως ἀπανθρώπως ἄνδρας ἁγίους καὶ τῷ Θεῷ ἀφιερωμένους αἰκίζῃ, καὶ ἀναγκάζεις ἐξάρνους γενέσθαι τῆς ἑαυτῶν πίστεως; γίνωσκε τοίνυν ὅτι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος εἶ ὁμοιοπαθὴς, καὶ τῆς αὐτῆς φύσεως τῶν παθημάτων μετεσχηκώς· καὶ εἰ Θεός σε βασιλέα κατέστησεν, εἰ ἄρα γε ἐκ Θεοῦ τὸ βασίλειον ἔχεις, καὶ μὴ ἀρχέκακος καὶ πονηρὸς διάβολος ὥσπερ τὸν Ἰὼβ ἐξῃτήσατο καὶ ἔλαβεν, οὕτως καὶ σὲ καθ᾽ ἡμῶν ἐξαιτησάμενος εἴληφεν ὁ παμπόνηρος, ἵνα σινιάσῃ τὸν τοῦ Χριστοῦ σῖτον, καὶ ἐπισπείρῃ ζιζάνια· ἀλλ᾽ εἰς μάτην αὐτοῦ τὸ ἐγχείρημα· οὐκέτι γὰρ αὐτῷ ἰσχὺς ὡς καὶ πρότερον. Αφ᾽ οὗ γὰρ ἦλθε Χριστὸς καὶ κατεπάγη σταυρὸς καὶ ὑψώθη Χριστὸς ἐν αὐτῷ, πέπτωκεν ἡ τῶν δαιμόνων ὀφρὺς, καὶ καταπεπάτηται ἡ τούτων ἰσχὺς, καὶ καταπεφρόνηται τὰ τούτων τεχνάσματα· μὴ οὖν ἀπατῶ, βασιλεῦ, μηδὲ τοῖς δαίμοσι χαριζόμενος, τὸ τῶν Χριστιανῶν θεοφρούρητον δίωκε γένος· γί νωσκε τοίνυν, ὡς ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀνίκητος καὶ ἀήττητος ὑπάρχει ἰσχύς τε καὶ δύναμις· πάντως δὲ καὶ αὐτὸς τοῦτο πεπληροφόρησαι, ἐξ ὧν σοι χρησμῶν Ὀριβάσιος ὁ ἰατρὸς καὶ κοιαίστωρ παρὰ τοῦ ἐν Δελφοῖς Ἀπόλλωνος κεκόμικεν. Ἐγὼ δέ σοι καὶ τὸν χρησμὸν, κἂν μὴ βούλῃ, ἐπαναγνώσομαι· ἔχει γὰρ οὕτως·

 

«Εἴπατε τῷ βασιλεῖ· Χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά·

Οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην;

Οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.»

 

Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ἰουλιανὸς παρὰ τοῦ μάρτυρος, ἔκθαμβος ὅλως ἐγένετο, καὶ τὸν θυμὸν μᾶλλον ἐγείρας ὡσεὶ φλόγα πυρὸς ἀναῤῥιπιζομένης καὶ κάτωθεν ὕλης τινὸς ὑποστρεφούσης αὐτὴν.[4]

Βλέπουμε λοιπόν ότι η αρχική πηγή του χρησμού φαίνεται να είναι σύγχρονη του Ιουλιανού και δεν εμφανίσθηκε αίφνης στο έργο του Κεδρηνού[5], αυτό που μένει είναι να δούμε αν η καταγραφή της περιήλθε σε μας από τον Δαμασκηνό ή αν είναι προγενέστερη. Με δεδομένο την καταγραφή του χρησμού από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, η χρονολόγηση της πρώτης αναφοράς εντοπίζετε πλέον όχι στον 11ο αλλά στον 8ο μ.Χ. αιώνα. Είναι όμως αυτή η αρχαιότερη πηγή; Ας δούμε τι μας λέει για τις πήγες του ο ίδιος ο Δαμασκηνός:

«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΗΓΟΥΝ ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΣΥΛΛΕΓΕΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΦΙΛΟΣΤΟΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ ΠΑΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ»

Ως βασική πηγή του πονήματος του Δαμασκηνού εμφανίζετε η, μη διασωθείσα, Εκκλησιαστική Ιστορία του Φιλοστοργίου. Ο Φιλοστόργιος (368- περ. 439 μ.Χ.) συνέγραψε την εκκλησιαστική ιστορία του ως συνέχεια της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσέβιου Καισαρείας, το έργο αυτό διασώθηκε μόνο τμηματικά από τον Πατριάρχη Φώτιο τον Α’ (810 – 893 μ.Χ.) και από τον Μητροπολίτη Ιωάννη τον Β’ της Ρόδου (1070- 1100 μ.Χ.).

Ας δούμε τι αναφέρει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του ο Φιλοστόργιος:

Ὁ γὰρ Ἰουλιανός, ὡς δεδήλωται, τὴν τῶν Ῥωμαίων βασιλείαν ὑποζωσάμενος, ἐσπούδαζε μάλιστα τὸν Ἑλληνισμὸν ἐπανορθοῦν. πανταχοῦ τοίνυν γράμματα διαπεμπόμενος ἐκέλευε τὰ τούτων τεμένη καὶ τοὺς βωμοὺς ἀνιστᾶν μετὰ πολλῆς σπουδῆς τε καὶ προθυμίας.

Γίνωσκε τοίνυν ὡς ἡ τοῦ Χριστοῦ ἀνίκητος καὶ ἀήττητος ὑπάρχει ἰσχύς τε καὶ δύναμις· πάντως δὲ καὶ αὐτὸς τοῦτο πεπληροφόρησαι ἐξ ὧν σοι χρησμῶν Ὀριβάσιος ὁ ἰατρὸς καὶ κοιαίστωρ παρὰ τοῦ ἐν Δελφοῖς Ἀπόλλωνος ἄρτι κεκόμικεν. ἐγὼ δέ σοι καὶ τὸν χρησμόν, κἂν μὴ βούλῃ, ἐπαναγνώσομαι. ἔχει γὰρ οὕτως·

«Εἴπατε τῷ βασιλεῖ· χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά.

Οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην,

Οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.»

Τὸν δὲ τοῦ σωτῆρος ἀνδριάντα ἐν Πανεάδι τῇ πόλει πρὸς τῆς αἱμορροησάσης γυναικὸς κατασκευασθέντα με γαλοπρεπῶς, ἣν ὁ Χριστὸς ἰάσατο, καὶ ἱδρυνθέντα ἐν ἐπισήμῳ τόπῳ τῆς πόλεως, ὃν μετὰ χρόνον γνωσθέντα ἐκ τῆς αὐτόθι φυομένης βοτάνης τοῦ θαύματος οἱ Χριστιανοὶ ἀράμενοι ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας διακονικῷ ἔστησαν, τοῦτον οἱ Ἕλληνες κατασπάσαντες κἀκ τῶν ποδῶν σχοίνους ἐξάψαντες, ἔσυραν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, ἕως οὗ κατὰ μικρὸν ἀποθραυόμενος ἠφανίσθη, μόνης τῆς κεφαλῆς καταλειφθείσης καὶ ἁρπαγείσης ὑπό τινος ἐν τῷ θορυβεῖσθαι τοὺς Ἕλληνας, λαλούντων αὐτῶν βλάσφημα καὶ ἀπηχέστατα ῥήματα εἰς τὸν κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἃ μή τις ἀνθρώπων ἤκουσε πώποτε.[6]

Από το παραπάνω απόσπασμα του Φιλοστόργιου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι:

α) Ο Δαμασκηνός είχε στην διάθεση του την Ιστορία του Φιλοστοργίου, αλλά όχι μόνον αυτή, αφού η αφήγηση του περιέχει και άλλες λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στον Φιλοστόργιο.

β) Ο Φιλοστόργιος μπορεί να θεωρηθεί αρκετά αξιόπιστος μάρτυρας του χρησμού, καθώς δεν έχει την χρονική απόσταση του Κεδρηνού αλλά είναι σχεδόν σύγχρονος του Ιουλιανού.

Ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματα μας μπορούμε να πούμε ότι ο Αγ. Αρτέμιος είναι η αρχική πηγή του χρησμού όπως αυτή καταγραφικέ σε κείμενο από τον εκκλησιαστικό ιστορικό Φιλοστόργιο, από τον οποίο τον παρέλαβε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και από αυτόν τον τελευταίο ο Κεδρινός. Έτσι σε ότι αφορά την αμφισβήτηση της ύπαρξης του επίμαχου χρησμού, λόγω της χρονικής απόστασης της καταγραφής του περιστατικού, αποδείξαμε ότι το επιχείρημα αυτό δεν ισχύει.


[1] Προβ. σελ. 734 Λεξικό του Αρχαίου κόσμου Ελλάδα – Ρώμη τομ. Β, Αθήνα: Δομή.

[2] Κεδρηνός Γεωρ., εκδ. 1838, Compendium historiarum cla Chronogr, Georgius Cedrenus Ioannis Scylitzae ope, τομ. Α, Βόννη: Weber.

[3] Passio sancti Artemii 96.1284.7 ` to Passio sancti Artemii 96.1284.8

[4] Passio sancti Artemii [Dub.] 96.1284.21:44, J.P. Mingne, εκδ. 1857-1866, Patrologia Graeca, τομ. 96, Παρίσι: Mingne

[5] Στο οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι ο χρησμός παρουσιάζετε εντελώς αυτόνομος, χωρίς κάποια αναφορά στον Αγ. Αρτέμιο.

[6] Historia ecclesiastica 7.1b.1 ` to Historia ecclesiastica 7.3a.13 7.1b Ebd. 22

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s