Η έννοια του προσώπου στην Ελληνική Σκέψη

persona_16943_mdΤου Φίλιππου Σάννου

Η λέξη πρόσωπο είναι σύνθετη και ετυμολογείται από το προς + ὤψ-ὠπός, που σημαίνει: «Τό πρός τόν ὠπα ὄν»[1] δηλαδή το πρόσθιο μέρος της κεφαλής που φέρει επάνω του τους οφθαλμούς του ανθρώπου. Οι οφθαλμοί συνδέονται στενά με την εσωτερική μοναδικότητα του ανθρώπου, ενώ σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή είναι ο «λύχνος του σώματος» (Ματθ. 6:22) ή κατά τον Πλάτων το πυρ των ομμάτων είναι: «τὸ γὰρ ἐντὸς ἡμῶν..πυρ, πῦρ εἰλικρινὲς (= ευκρινές) ἐποίησαν διὰ τῶν ὀμμάτων ῥεῖν λεῖον καὶ πυκνὸν ὅλον..» (Τίμαιος 45.b), άξιο παρατηρήσεως είναι επίσης το γεγονός ότι οι περισσότερες λέξεις που στην αρχαία ελληνική γλώσσα χαρακτηρίζουν τον οφθαλμό, έχουν ετυμολογική σχέση με ρήματα «λάμψεως ή ευστροφίας» όπως: γλήνη, φαη, φαηκες, ἰλλοι, ὀπτ-ἰλοι, βολαι, αἰγωγαιαι, ἁμαρυττα, αὐγαι, λαμπάδες κ.α., μπορούμε έτσι λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η έννοια του προσώπου είναι εν πολλοίς σύμφυτη με την έννοια των οφθαλμών και της προσωπικής μορφής.

Η προέλευση της πεποίθησης ότι: «το πρόσωπο είναι ο καθρέπτης της ψυχής», είναι αρχαία και σκοτεινή, αναμφίβολα όμως είναι προγενέστερη του μεγάλου ρήτορα Κικέρωνα (106 π.Χ. – 43 π.Χ.) από τον οποίο και μας έχει διασωθεί πρώτη φορά ως στερεότυπη φράση[2], Αυτή η πεποίθηση εδράζεται σε μια άλλη γενικότερη ιδέα, αυτή της αρμονικής σχέσης ανάμεσα στην αισθητική εξωτερική ωραιότητα του σώματος (το Κάλλος) και στην εσωτερική ωραιότητα της ψυχής (το Αγαθόν), που διαποτίζει ολόκληρο τον κλασσικό αρχαιοελληνικό κόσμο, και εμφανίζεται ανάγλυφα και στους φιλοσόφους, λ.χ. ο Πλάτων μας λέει: «Ω, Θεοί! Χαρίστε μου την εσωτερική ωραιότητα της ψυχής. Και τα εξωτερικά αγαθά, όσα έχω, κάντε τα να βρίσκονται σε αρμονική σχέση με την εσωτερική ωραιότητα μου.»[3], ο δε Περικλής στον περίφημο επιτάφιο του, εγκωμιάζοντας τις αρετές της αθηναϊκής πολιτείας λέει «Διότι είμεθα ερασταί του ωραίου, αλλά και φίλοι συγχρόνως της απλότητος, και καλλιεργούμεν το πνεύμα μας χωρίς θυσίαν του ανδρισμού μας[4]».

Τέλος σχετικά με το θέμα του προσώπου ως καθρέπτη της ψυχής, αξιοπρόσεχτες είναι οι μαρτυρίες που μας παραθέτει ο Σκώτος εθνολόγος, ανθρωπολόγος και λαογράφος καθηγητής Σερ Τζέιμς Τζωρτζ Φρέιζερ, σχετικά με τις προλήψεις για το πρόσωπο, των πρωτόγονων ιθαγενών:

«Οι Μινανγκαμπόερ θεωρούν πολύ κακό να μαυρίσουν ή να λερώσουν το πρόσωπο ενός κοιμισμένου, γιατί φοβούνται μήπως η ψυχή που απουσιάζει ζαρώσει και δεν μπει ξανά στο σώμα, το οποίο έχει καταντήσει έτσι. Οι Μαλαίοι Πατάνοι φαντάζονται ότι, αν το πρόσωπο ενός ανθρώπου βαφτεί, ενώ αυτός κοιμάται, η ψυχή πού έχει φύγει από αυτόν δε θα τον αναγνωρίσει και αυτός θα κοιμάται συνέχεια μέχρι να πλυθεί το πρόσωπό του. Στη Βομβάη θεωρούν ισοδύναμη με φόνο την αλλαγή της όψης ενός κοιμισμένου, δηλαδή αν βάψουν το πρόσωπό του με φανταστικά χρώματα ή βάλουν μουστάκια σε μια κοιμισμένη γυναίκα, γιατί, όταν η ψυχή γυρίσει, δε θα γνωρίσει το σώμα της και το άτομο θα πεθάνει[5]».

Το Πρόσωπο ως κοινωνικό κύτταρο στην Ελληνική σκέψη

Από όλα τα παραπάνω βλέπουμε ότι η έννοια του προσώπου είναι συνυφασμένη με την έννοια της σχέσης προς κάτι άλλο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στην γλώσσα των ανθρωπιστικών επιστημών με τον όρο Πρόσωπο δηλώνεται ο άνθρωπος[6] ως ον με νοημοσύνη και αυτοσυνείδηση που μπορεί να καθορίζει τον εαυτό του[7] ως ον σε σχέση.

Για να εντοπίσομε την κοινωνιολογική έννοια του προσώπου (ως ον σε σχέση) στη αρχαία Ελλάδα, πρέπει να εξετάσουμε την αντίληψη των αρχαίων «ὅτι φύσει μέν ἐστιν ἄνθρωπος ζῷον πολιτικόν[8]». Η λέξη «πόλις», απ’ όπου προέρχεται και η λέξη «πολιτικόν», παράγεται από την λέξη «πολέω» που σημαίνει κατοικώ, είναι αξιοπρόσεκτο πως η απλή συγκατοίκηση έγινε ένας νέος τρόπος του ζην, αυτός ο τρόπος είναι η κοινωνία της πόλης. Η γέννηση της πόλης κράτους στην αρχαία Ελλάδα, είναι εν πολλοίς αυτή που ευθύνεται για το «ελληνικό θαύμα», χωρίς αυτή δεν θα είχαμε μια σειρά από έννοιες και αξίες όπως: πολιτισμός, πολίτης, πολιτική, πολίτευμα, εκπολιτισμός κ.α.

Για την ελληνική σκέψη η έννοια της σχέσης έχει θεία προέλευση, είναι ο θεός Έρως που προϋπάρχει όλων των άλλων θεών στην θεογονία του Ησίοδου, είναι η δυνατότητα της ένωσης που από αυτήν δημιουργούνται οι θεοί και ο κόσμος. Ο πολίτης είναι το άτομο σε σχέση με κάτι άλλο, με το θείο, με τον συνάνθρωπο, με τους νόμους. Ο πολίτης δεν ολοκληρώνεται διαμέσου της ιδιωτείας αλλά μετέχει στο διαρκές γίγνεσθαι της κοινωνίας, ζητά «τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε· την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους». Για την Ελληνική κοσμοαντίληψη ο ιδανικός άνθρωπος «εὐδαιμονεῖν ἂν καὶ εὖ πράττειν[9]». Ο Τέλλος, ο «ολβιώτατος» των ανθρώπων κατά τον Σόλων, είναι ένας απλός πολίτης της Αθηναίων Πολιτείας, που έζησε μέσα στην πόλη που αγαπούσε, οι απόγονοι που απέκτησε «ἦσαν καλοί τε κἀγαθοί[10]» ο βίος του ήταν καλός και το σημαντικότερο όλων είχε «τελευτὴ τοῦ βίου λαμπροτάτη[11]» έπεσε στο πεδίο της μάχης πλήρης ημερών «ἐν Ἐλευσῖνι βοηθήσας καὶ τροπὴν ποιήσας τῶν πολεμίων ἀπέθανε κάλλιστα, καί μιν Ἀθηναῖοι δημοσίῃ τε ἔθαψαν αὐτοῦ τῇ περ ἔπεσε καὶ ἐτίμησαν μεγάλως[12]» .

Στο ερώτημα: Κοινωνία προσώπων ή Ιδιωτεία ατόμων; Η αρχαία ελληνική σκέψη είναι απόλυτη, διότι κατά τον Ηράκλειτο μόνο όταν κοινωνούμε αληθεύουμε: «Καθ ο,τι αν κοινωνήσωμεν, ἀληθεύομεν, ἃ δὲ ἂν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα».

Στο «ιδεολογικό μανιφέστο» της Αθηναίων Πολιτείας, δηλαδή στον Επιτάφιο του Περικλή, ο Θουκυδίδης είναι εξίσου απόλυτος: όποιος δεν ασχολείται με τα «πολιτικά πράγματα» είναι αχρείος:

«τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν» [13]

μετάφραση: «ημείς εκείνον που δεν μετέχει εις αυτά (στα της πολιτείας) θεωρούμεν όχι φιλήσυχον, αλλ’ άχρηστον πολίτην»

Η έννοια του προσώπου ως γεγονός σχέσης βρίσκεται και στην ορθόδοξη χριστιανική θεώρηση. Η έννοια της Εκκλησίας όπου στους χαιρετισμούς ορίζετε ως «αυλή λογικών προβάτων» αποτελούμενη από πρόσωπα οριζόμενα ως: «Πρόσωπον εστίν άτομον λογικόν[14]» και «διὰ τῶν οἰκείων ἐνεργημάτων τε καὶ ἰδιωμάτων ἀρίδηλον[15]» , έχει διττό ρόλο αφενός είναι η ενεργός κοινωνία προσώπων και αφετέρου, η Εκκλησία, αποτελεί την σύζυγο του νυμφίου δηλαδή του Ιησού Χριστού. Για την ορθόδοξη παράδοση η έννοια του ατόμου ως αδιαφοροποίητη μονάδα ενός ομοειδούς συνόλου, είναι καθόλα ξένη. Ακόμα και ο μονάχος ΔΕΝ νοείτε μόνος του: «Μοναχός εἶναι αὐτός πού θεωρεῖ πώς ἕνας ἐαυτός εἶναι μέ ὅλους, ἀφοῦ στό κάθε τί ἀπαράλειπτα βλέπει τόν ἑαυτό[16]».

Η Εσωτερική σημασία του Προσώπου και η Προσωπικότητα

Κλείνοντας αυτή την σύντομη διαδρομή μας μέσα από τις δαιδαλώδεις σημασιολογικές προσεγγίσεις που έχουν προταθεί σχετικά με την έννοια του πρόσωπου, σε φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό επίπεδο, θα επιχειρήσουμε να παραθέσουμε και μια πιο εσωτερική οπτική του θέματος.

Από την αρχή του παρόντος επισημάνθηκε η πεποίθηση των αρχαίων ότι το πρόσωπο θεωρείτο ο καθρέπτης της ψυχής, δηλαδή ότι το πρόσωπο συγκεντρώνει ως είδωλο τις ενέργειες της άυλης ψυχής του ανθρώπου, και τις αντικατοπτρίζει στο πεδίο της δράσης, δηλαδή στον υλικό κόσμο. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι το πρόσωπο και κατ’ επέκταση η προσωπικότητα, ως φορέας των ενεργημάτων του προσώπου στον ενσαρκωμένο βίο του, αποτελεί την Persona δηλαδή το εφήμερο προσωπείο το οποίο δημιουργείτε κατά την «παράσταση» που δίνει στην παρούσα ζωή.

Στον πλατωνικό μύθο του σπηλαίου δίνεται μια αρκετά γλαφυρή περιγραφή της ιδέας του προσωπείου (λατινικά persona), όπου η ψυχή κατά την κάθοδο της στην γήινη ζωή «φυλακίζεται» σε έναν ρόλο καθορισμένο από τις συνθήκες του βίου της, και λησμονεί το τι είναι πραγματικά. Η όλη ιδέα μπορεί να περιγραφεί διαφορετικά με την εικόνα ενός δύτη που ενδύεται το σκάφανδρο του (το υλικό σώμα του) και κάνει μια κατάδυση κατά την διάρκεια της οποίας ξεχνάει ότι αυτή η κατάδυση δεν είναι η πραγματική του φύση αλλά κάτι το περιοδικό.


[1] ΜΕΓΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ, Τόμος Δ’, Αθήνα 2004, σσ.194.

[2]Η λατινική φράση “Ut imago est animi voltus sic indices oculi” αποδίδετε στον Κικέρωνα.

[3] ΠΛΑΤΩΝ, «Φαῖδρος»  279.b.8 – 279.b.9 : «Ὦ φίλε Πάν τε καὶ ἄλλοι ὅσοι τῇδε θεοί, δοίητέ μοι καλῷ γενέσθαι τἄνδοθεν· ἔξωθεν δὲ ὅσα ἔχω, τοῖς ἐντὸς».

[4] ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ, «Ιστορίαι», 2.40.1, μετάφραση Ελ. Βενιζέλου, Αθήνα 1940.

[5] ΣΕΡ ΤΖΕΙΜΣ ΤΖΩΡΤΖ ΦΡΕΙΖΕΡ, «Ο Χρυσός Κλώνος», Τόμος Β’, μετάφραση Μ. Μπικάκη, Αθήνα 1991, σσ.60.

[6] Βλ. ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ, «Λεξικό της Φιλοσοφίας», Αθήνα 2004, σσ. 501.

[7] Λεξικό Τριανταφυλλίδη.

[8] ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ «Πολιτικά», 1278b.19.

[9] ΠΛΑΤΩΝ, «Ευθύδημος» 280.b.6.

[10] ΗΡΟΔΟΤΟΣ, «Ιστορία», 1.30.18.

[11] Ο.π.

[12] Ο.π., 1.30.22.

[13] ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ, «Ιστορίαι», 2.40.2.1 – 2.40.2.5, μετάφραση Ελ. Βενιζέλου, Αθήνα 1940.

[14] ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΣ, «Στοιχεῖα τῆς Μεταφυσικῆς», Αθήναι 1805, σσ. 23.

[15] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, «Fragmenta philosophica», 11.42

[16] «Μοναχός ἐστιν ὁ ἕνα ἑαυτόν μετά πάντων ἡγούμενος, διά τό ἐν ἐκάστῳ ἑαυτόν ἀπαραλειπτως δοκειν ὁρᾶν.» Όσιος Νείλος ο Ασκητής, Λόγος περί προσευχής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s